Το Γκάζι… ανοιχτό

gkazi

Σου έχει τύχει ποτέ, εκεί που κάθεσαι κι ασχολείσαι με κάτι ή δεν ασχολείσαι με τίποτα –απλά κάθεσαι, παίζεις με τα κρόσια της κουβέρτας και κοιτάζεις το κενό, τρως τα νύχια σου και χαζεύεις κάτι ανύπαρκτο στην κουρτίνα που σαλεύει από την υποψία αέρα– να θυμηθείς κάτι από το παρελθόν; Να σου έρθει μια εικόνα ή μια μέρα ή μια στιγμή που, δε συνδέεται με καμιά στιγμή του τώρα;

Εμένα μού τυχαίνει συχνά –δεν ξέρω αν είναι κουσούρι, αν είμαι ελαττωματική εγώ και το μυαλό μου βραχυκυκλώνει γενικώς, διότι το πάθαινα πάντα.
Κάπως έτσι, σκαλίζοντας κάποιο σκουλαρίκι μου,  άρχιζαν να στροβιλίζονται στο μυαλό μου, «μέρες του ‘90»…

Από ένα σοκάκι στ’ Αναφιώτικα, σ’ ένα μπαλκόνι, κρεμασμένο πάνω απ’ τη χαράδρα των Δελφών, να χαζεύω τα κυκλωτικά πετάγματα των αετών.
Ένα πολυσύχναστο πλακιώτικο δρομάκι και την άλλη στιγμή, αρχαίος άνεμος να με στέλνει σε βυζαντινό λιθόστρωτο στα Κάστρα.
Καθαρή Δευτέρα στη Μαρτίου, μια πτήση με καταιγίδα, μια ζεστή κρέπα στο πόδι, στο σταθμό Saint Lazare, μετρό, τρεχάλα, ένα ψηλοτάβανο αμφιθέατρο –κι ο ήχος μιας καρφίτσας που πέφτει, θα ήταν μεγάλος σαματάς– κρασοκατανύξεις στο Χαϊδάρι, κρέας στη λαδόκολλα πριν το ανακαλύψουν, πριν το θυμηθούν και το κάνουν μόδα.

Κρασοκατανύξεις. Κραιπάλες!

Ετερόκλητη η μικρή παρέα, σχεδόν ποτέ σε απαρτία. Παντός καιρού σταθερά, ο τότε σύντροφός μου κι εγώ –ούτως ή άλλως, μπορούσαμε να κάνουμε… «ζημιά» και μόνοι μας!

Μήνας Νοέμβρης, μέρα φθινοπωρινή – ανοιξιάτικη. Από ‘κείνες που, αν φοράς κοντομάνικο, κρυώνεις κι αν βάλεις μπουφάν, βγάζεις τη μπέμπελη. Ήλιος τεμπέλης –αυτός, που τον βλέπεις μόνο όταν αλλάζει πλευρό.

Ασπρόπυργος, ψαροταβέρνα «ο Παράδεισος», με θέα την τσιμινιέρα του τσιμεντάδικου. Χταπόδια, σαλάτες, ψαρο–ψιλικά και άφθονο κρασί.
Ο τρίτος της παρέας, «περιβόλι»! Ο γιος της κυρα–Λεμονιάς.
— «Νατάσσα, ντε φτας;»¹
— «Ποίσον τη δουλείαν σου, Κυριάκο!»², γιατί μ’ άρεσε να τον πειράζω και του άρεσε να μου διορθώνει τα Ποντιακά που εκείνος μου μάθαινε…

Κι άντε στην υγειά μας, κι ο Κυριάκος να εξιστορεί πώς έφτασε τα 95 η κυρα–Λεμονιά, που τη γλίτωσε απ’ του Χάρου τα δόντια, απ’ τους γενοκτόνους. Κι ύστερα, να χάνεται το βλέμμα στη φλόγα της τσιμινιέρας και να βουρκώνει· πώς δεν τη γλίτωσε ο Σούλης, απ’ τον Έλληνα –γιατί ο Σούλης ήτανε Κουκουές. Κι ήταν αδερφός του. Κόκκινη όλη η οικογένεια, «πιο κόκκινοι από ‘μας δεν υπάρχουν –και μοναχοί μας να μείνουμε, Κόκκινοι θα ‘μαστε, οι τελευταίοι Κόκκινοι»… και γίνηκαν κόκκινα τα μάτια του, κόκκινο και το δάκρυ του…

Όταν άρχισε να ματώνει τ’ απόγευμα, είπαμε να φύγουμε· πόσες ώρες είχαμε κάτσει; Πόσες οι ώρες μας στον Παράδεισο;

Επόμενη στάση.

Έρημος δρόμος, κτήρια – φαντάσματα στ’ αριστερά μας και χορταριασμένες, τόπους–τόπους, αλάνες, πίσω από χαμηλές μάντρες με τσιμεντόλιθους στα δεξιά μας.

Μας το ‘χε πει ότι έμενε στο Φωταέριο, «έτσι το λέγανε τότε» –τότε, που κατεβήκανε από τη Σαλονίκη η κυρα–Λεμονιά κι εφτά παιδιά (ζούσε κι ο Σούλης), «η μια αδερφή της παντρειάς, ο πιο μικρός στο βυζί ακόμα κρεμασμένος», καταστάσεις μπερδεμένες, μέρες θολές…

Τσιγάρο.
Στοίβες χαρτιά, φυλλάδια, εφημερίδες. Σκουπιδαριό στη μέση του δρόμου, στις λακκούβες, πολτός στ’ απόνερα –ή μήπως ήταν ξεχασμένη η προχθεσινή βροχή;

Πιο πολύ απ’ τα τσιγάρα μας, μύριζα την αποσύνθεση.

Δεκάδες ψυχές σεργιάνιζαν αιωρούμενες…
«Σούλη, μάζεψε τα ποδάρια σου», η γριά γκαζοχωρίτισσα³, ντάλα καλοκαίρι στην αυλή –όλοι μαζί σ’ έναν ύπνο υγρό, ζεστό… τα μωρά κι η παλιά πουτάνα.
«Kαλή που ήταν, Νατάσσα, η καημένη η Βιργινιώ! Κι είχε μια γλύκα στη μορφή και μια τσαχπινιά… ακόμα! Κι ας είχε χάσει τα δόντια της όλα, κι ας είχε γίνει πατσούνι4 απ’ τις ρυτίδες και τα βάσανα –τόσα κορμιά περάσανε από πάνω της…
»Ακόμα κι ο παγοπώλης μας ξέχναγε, καμιά φορά! Τόσο λησμονημένοι, τόσο παρατημένοι από θεούς κι ανθρώπους ήμασταν εκεί μέσα, στην αυλή της Καρμελίας… Γκαζοχωρίτισσα κι αυτή, πιο καπάτσα απ’ τη Βιργινιώ, τύλιξε το Γάλλο, της έμεινε η χαμοκέλα, και σιγά δηλαδή, αλλά σκέφτηκε και τα καλά στερνά…
»Και να πεις… Χαμοκέλες γεμάτη, η Αθήνα τότε. Ε, εμείς ήμασταν λούμπεν. Πιο κάτω δεν είχε. Δεν πήγαινε. Παρέλαση οι κοριοί, κάθε τρεις και λίγο πετρέλαιο και φωτιά στα σίδερα και μετά από λίγο, πάλι τα ίδια.
»Εμάς, το πετρέλαιο δε μας ενοχλούσε. Να μη σου πω, δεν έφτανε καν στη μύτη μας. Τα ρούχα μας, δεν μύριζαν πράσινο σαπούνι –κι ας σάπιζε πάνω απ’ τη σκάφη, η κυρα–Λεμονιά. Φωταέριο μυρίζανε· κι εμείς, το πετσί μας, τα μαλλιά μας, φωταέριο μυρίζαμε… Κι όπου και να πηγαίναμε, κουβαλούσαμε τη μυρωδιά. Μου φαίνεται, ακόμα πάνω μου την έχω, να, μύρισε!
»Μύρισε, σου λέω! Μη σιχαίνεσαι»

Πιο πολύ κι απ’ το φωταέριο, μύριζα την παρακμή…

Σε μια στιγμή, νόμιζα πως έβλεπα τη Mamma Roma5 να τρέχει, να σταματά, να βάζει το χέρι αντήλιο, ν’ αφουγκράζεται και να φωνάζει «Ettore! Ettore!»
Αλλά δεν ήταν η Mamma Roma. Ήταν η Σοφούλα, από προσφυγοοικογένεια κι αυτή, και δεν ήταν μπροστά μου, ήταν σκαλωμένη κάπου πίσω απ’ τα βλέφαρά μου, καθώς ο Κυριάκος την αγκάλιαζε κλεφτά, πίσω στις αναμνήσεις του.
Τη Σοφούλα… που κατάφερε να μάθει γράμματα και να δουλέψει στη ναυτιλιακή, να γυαλίσει στον «μεγάλο», να ξεφύγει απ’ την αυλή της Καρμελίας, να ξεγράψει γονιούς κι αδέρφια… και τον Κυριάκο.
Κι ύστερα η Γκιουλτέν, με το καρό φουστάνι και τα γδαρμένα πόδια, «δεν κοιτάζαμε τότε με μισό μάτι τους ανθρώπους, εμείς. Όλοι μαζί, σου λέω! Στρωματσάδα στην αυλή, να μπερδεύονται τα ποδάρια μας, να μη χωράει να περάσει μυρμήγκι απ’ ανάμεσα, να τραβάμε κλωτσιές στον ύπνο μας, ο ένας στον άλλον, να ξυπνάμε και να ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια!
»Κι ο Θεός κι ο Αλλάχ κι ο Διάβολος, να μας χαζεύουν που τακιμιάσαμε.
»Και το φαΐ το μοιραζόμασταν, ξέρεις πόσες φορές; Και τις χαρές μας. Και τα φαρμάκια μας. Άλλωστε, το ίδιο φαρμάκι αναπνέαμε…
»Τι ήταν, νομίζεις, το Φωταέριο; Εργοστασιούπολη… Εκεί, σα μπάστακας, στη μέση του πουθενά, ξεφύτρωνε μια πολιτεία· και παραδίπλα ξεφυτρώναμε κι εμείς, κακοβέζουλα σπιτάκια με ξέκλωνα γιασεμιά που πήγαιναν να ξεγελάσουν τη βαριά μυρωδιά, τον χαλασμένο αέρα…»

Κίτρινος ο ουρανός. Κίτρινη και μαύρη και πηχτή η σιωπή.
Φαντάσματα τα φουγάρα που σβήσανε το ’83.
Κίτρινο το φρέσκο βράδυ.

• • •

Μετά, έγινε 1999.
Είχα άλλη ζωή. Άλλο σύντροφο. Άλλους φίλους.

Πέρασε κι άλλη μια δεκαετία.
Το Φωταέριο, δεν έμεινε μόνο στην «Τεχνόπολη» –έγινε, λέει, Μανχάταν!
Οι παλιές αποθήκες μετατράπηκαν από αριστοτέχνες αρχιτέκτονες σε λοφτ.
Όμως, η καλλιτεχνούπολη (όπως φιλοδοξούσε να γίνει), κατέληξε μπουζουκόπολη.
Τα «χρυσά αγόρια» –και κορίτσια– που βαρέθηκαν τα ΒΠ και τα ΝΠ όπου μεγάλωσαν, και πλήρωσαν αδρά, προκειμένου να δημιουργήσουν τη νέα «φυλή», την ελίτ της πόλης, είδαν με ανησυχία την εξάπλωση της βιομηχανίας της διασκέδασης. Το ίδιο κι οι παλαιότεροι –προ 1999– κάτοικοι, όσοι τουλάχιστον δεν έχουν εγκαταλείψει την περιοχή και, ζουν στις εναπομείνασες φτωχικές μονοκατοικίες ή στα διαμερίσματα των, χαμηλού κόστους κατασκευής, πολυκατοικιών που δε μοιάζουν σε τίποτα με τα υπερπολυτελή κουτιά που χτίστηκαν λίγο πριν–λίγο μετά το 2004.

• • •

Δυο μικροί Μουσουλμάνοι, παίζουν μπάλα. Γι’ αυτούς, ίσως και για τις οικογένειές τους, δεν έχει αλλάξει κάτι.
Ίσως, όχι κάτι σημαντικό –άλλωστε, στο τοιχάκι της αυλής, ακόμα σκαρφαλωμένο ευωδιάζει ένα σκονισμένο γιασεμί.
Ίσως είναι εγγόνια της Γκιουλτέν. Ίσως να ξέρουν και τον Κυριάκο…

Αλλά δεν ξέρουν πως κάποτε, όχι πολλά χρόνια πριν, όχι πολύ πριν γεννηθούν, αυτός ο δρόμος, ήταν έρημος, γεμάτος σκουπίδια, λακκούβες, ξεχασμένη βροχή… κι έναν κίτρινο ουρανό, να χάσκει σαν ξηλωμένο μπάλωμα, νύχτα μέρα από πάνω του.


• Πρώτη δημοσίευση: 29 Σεπτεμβρίου 2010 στο (τότε) ιστολόγιό μου: «Μολύβι και Χαρτί»
¹ Ντε φτας;= τι κάνεις; (στα Ποντιακά)
² Ποίσον τη δουλείαν σου= κάνε τη δουλειά σου (στα Ποντιακά)
3 Γκαζοχωρίτισσα= Το 1910 εγκαταστάθηκε στο Γκάζι (ή Γκαζοχώρι) «η πλειονότητα των οίκων ανοχής με αποτέλεσμα η Γκαζοχωρίτισσα να καταστεί συνώνυμο της ιερόδουλης. Αν και κακόφημη συνοικία όμως, δεν παρουσίασε ποτέ υψηλά ποσοστά εγκληματικότητας» (Από την Αυγή).
4 Πατσούνι= α) μικρασιάτικο γιατροσόφι β) αβιταμίνωση. Η λέξη χρησιμοποιείται για να παρομοιάσει κάποιον που μοιάζει τόσο χάλια, σαν να πάσχει από αβιταμίνωση ή ασιτία.
5 Αναφορά στην ταινία Mamma Roma (1962), του Πιερ Πάολο Παζολίνι, με πρωταγωνίστρια την Άννα Μανιάνι.
Η Mamma Roma (πρώην ιερόδουλη, μητέρα του Εττόρε) μετακομίζει σε μια μικροαστική γειτονιά με σκοπό ν’ αλλάξει ζωή. Ο μικρός, που αγνοεί το παρελθόν της μητέρας του, πληγώνεται όταν το πληροφορείται και παρασύρεται στην παρανομία.

• Πηγή εικόνας: Η Μηχανή του Χρόνου | 30.09.2014 : Το άγνωστο Γκάζι
Φωτογραφικό αρχείο – τεκμηρίωση: Δέσποινα Δρεπανιά (Η Αθήνα μέσα στο χρόνο).
Αθήνα 1937. Η Λαχαναγορά την εποχή που ήταν ακόμα στο Γκάζι. Δεξιά: η Ιερά Οδός. Ο φωτογράφος στέκεται πάνω στην οδό Πειραιώς. Στα τέλη του 1950 η αγορά μεταφέρθηκε στου Ρέντη.

Advertisements

22 thoughts on “Το Γκάζι… ανοιχτό

  1. Είναι βρε Νατάσα αυτό το κάτι της γραφής σου, που κάνει την ανάγνωση ενός post, μια βόλτα στην εικόνα – τη στιγμή, που συνθέτεις με τις λέξεις.
    Να ‘σαι καλά να μοιράζεσαι και παλιά και νέα κείμενα μαζί μας.
    Σε γλυκοφιλώ 😘

    Αρέσει σε 1 άτομο

  2. Α ρε Νατάσα με την ταξιδιάρικη γραφή σου
    Πως έχουν αλλάξει όλα ε;;
    Μεγάλωσα στην Τρίπολη και έχω βρει μια σελίδα στο φου μπου με παλιές φωτογραφίες που πραγματικά ξυπνούν αναμνήσεις.
    Ξέρεις… Γενικά είμαι της προόδου της τεχνολογίας κλπ αλλά πραγματικά υπάρχει ένα κομμάτι μου που πάντα θα αναπολεί τα παλιά…
    Φιλιά πολλά

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Τα πάντα έχουν αλλάξει, Μαρία μου…
      Κι εγώ έχω βρει 2–3 σελίδες στο fb, με φωτογραφίες της (πολύ ή όχι και πολύ) παλιάς Αθήνας και, πραγματικά, οι αλλαγές είναι σχεδόν σοκαριστικές (και σχεδόν ποτέ προς το καλύτερο…)
      Στο ίδιο μήκος κύματος κι εγώ, Μαρία… Λατρεύω την τεχνολογία, αλλά τα γούστα μου είναι, σε γενικές γραμμές, πολύ «κλασσικά» και οτιδήποτε παλιό με γοητεύει…

      Σ΄ευχαριστώ πολύ και σε φιλώ!❤
      Να περάσεις όμορφα το Σαββατοκύριακό σου!

      Μου αρέσει!

  3. Είχα διαβάσει την τρυφερή σε αναμνήσεις ιστορία και είχα μείνει πως την είχα σχολιάσει τότε, τώρα που ξαναγύρισα να δω μήπως και η εγγραφή μου στο νέο blog δεν δούλεψε και έτσι δεν έλαβα καμιά απάντηση στην Άιναφετς, είδα πως απουσίαζα! 😉
    Ο τρόπος που γράφεις είναι συναρπαστικός, ευαίσθητος και πολύ γοητευτικός αλλά πάλι θα σταθώ στην αίσθηση που μου αφήνουν οι νοσταλγικές αναμνήσεις άλλων εποχών, κάτι σαν γλυκιά μελαγχολία και επειδή οι δικές μου, δεν έχουν μέσα ούτε γειτονιές, ούτε ιστορίες με γειτόνισσες, θα μου θυμίζουν τις παλιές καλές Ελληνικές ταινίες!

    Πολλά πολλά ΑΦιλάκια Αναστασία μου! 🙂

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Στεφανία μου, με συγκινείς…🌹
      Είχα συνηθίσει τα, ας το πούμε «περιπαιχτικά» μας σχόλια (τα οποία, μάλλον ευνοούνταν από το κλίμα που επικρατούσε στο προηγούμενο ιστολόγιο).
      Γλυκιά μελαγχολία, αυτό ακριβώς νοιώθω αναπολώντας περασμένες εποχές, γειτονιά, ανθρώπους…

      Πολύ σ’ ευχαριστώ και σε φιλώ!
      Να είσαι και να περνάς καλά! ❤

      Αρέσει σε 1 άτομο

  4. Γράψε κι εσύ τα δικά σου, μου λέει από πάνω…
    Όχι, πες μου κι εσύ τι να γράψω πέρα από λόγια θαυμασμού για το υπέροχο κείμενο που κλείνει μέσα του μια ολόκληρη εποχή…δύο αν θέλω να είμαι ακριβής…την παλιά και τη νέα…
    Ένα εν δυνάμει μυθιστόρημα σα να μου κλείνει το μάτι πίσω από κάθε λέξη…

    Αρέσει σε 1 άτομο

Γράψε κι εσύ τα δικά σου...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s