Ζωή μισή

zoi-misi

—Ι.—

«Εάν δεν το λύσεις εσύ, μπορώ να το λύσω μια και καλή εγώ!», είπε σε τόνο ακόμη εντονότερο από ετούτον της –μέχρι εκείνη τη στιγμή– κουβέντας τους. Τι κουβέντα, δηλαδή… Περί μονολόγου επρόκειτο, εκτός αν κάποια σποραδικά «α, καλά…», «ό,τι πεις» ή, «το κούρασες!», μπορούν να θεωρηθούν λόγος ή και αντίλογος.

Σε απάντηση, άκουσε την πόρτα να κλείνει, σχεδόν ταυτόχρονα με ένα «… σιχτίρ!»ॱ ή μήπως ήταν η ιδέα της; Όχι για την πόρτα –αυτή, σίγουρα είχε κλείσει.
Όχι περισσότερο από δυο λεπτά μετά (ίσα να κατέβει με το ασανσέρ, να πάει στο γκαράζ και να βάλει μπρος) ήρθε σαν επιβεβαίωση ένα φρενιασμένο μαρσάρισμα, νευρικό και θυμωμένο, προφανώς σαν τη διάθεσή του.

«Ναι, μωρέ! Φύγε! Τρέχα! Τρέχα ξοπίσω της!», μονολόγησε η Βούλα και κλώτσησε ένα ανύπαρκτο χαλικάκι στο αψεγάδιαστο πάτωμα. Η συνήθεια τής είχε μείνει από τότε που ήταν πιτσιρίκα, μια μπουκιά παιδί κι έπαιζε στα λιθόστρωτα του χωριού ή στο χωματένιο δρόμο, που τον πατούσαν ζωντανά και άνθρωποι για να πάνε στα χωράφια. Μεγαλώνοντας, κάθε φορά που κάποιος ή κάτι της έμπαινε στο ρουθούνι, ξεσπούσε πάντα σε ένα –ανύπαρκτο, πλέον– χαλίκι.

Δεν υπήρχε περίπτωση να το αφήσει να περάσει έτσι! Ήταν πολύ γελασμένος ο κύριος Αντρέας, αν νόμιζε ότι θα έλεγε εκείνος την τελευταία κουβέντα στην ιστορία.
Ποια ιστορία, δηλαδή;

—ΙΙ.—

— «Ε; Ποια ιστορία; Μου φαίνεται, τα ‘χεις χάσει εντελώς, καημένη Βούλα!», έκανε με ύφος παντογνώστη η Μαίρη –κουμπάροι και «κολλητοί», η ίδια και ο άντρας της, ο Στάθης, του ζεύγους Βούλας–Αντρέα.
— «Μαίρη, αυτή τη φορά δεν είναι της πλάκας, τα πράγματα. Ξέρω εγώ, καταλαβαίνω, είκοσι τρία χρόνια κοντά του είμαι, δεκαπέντε γυναίκα του. Λες να μην έχω μάθει πότε ο Αντρίκος απλά μυρίζει τη ρίγανη και πότε βόσκει; Τώρα, μου φαίνεται πως βρήκε και μαντρί…»
— «Αμάν, καημένη! Αυτές τις βουκολικές παρομοιώσεις να μην έκανες… Δεν δένουν και με τη γόβα από την Καλογήρου», της πέταξε μισοαστεία–μισοφαρμακερά, η Μαίρη. Η Μαίρη, που δεν της έλειπε τίποτα αλλά που ο Στάθης «της» δεν είχε το άγγιγμα του Μίδα, σαν τον Αντρέα. «Είναι που δεν έχουν και παιδιά», της έλεγε εκείνος, σχεδόν απολογητικά, όποτε γινόταν κουβέντα του στυλ «ήθελα να ‘ξερα πόσα λεφτά πια έχει, ο πούστης! Αυτός δεν έχει πορτοφόλι, το Φορτ–Νοξ έχει!»

Μαζί σχεδόν τα είχαν αγοράσει τα διαμερίσματα (επάνω και κάτω) τα δυο ζευγάρια. Για να είναι κοντά, να μη στερούνται οι μεν, την παρέα των δε· τόσο καλοί φίλοι ήταν, τόσο ωραία έδεναν μεταξύ τους. Είχαν περάσει κοντά δέκα χρόνια από τότε που τους χώριζε μόνο «μια πόρτα και μια σκάλα, κιχ να κάνετε, αμέσως θα ‘ρθουμε!» Μαζί, όλα σχεδόν –μια που η Μαίρη κι ο Στάθης είχαν και τους περιορισμούς από τα σχολεία των διδύμων τους, αλλά κάποιες φορές, και της τσέπης τους.
— «Ήθελα να ‘ξερα ποια είναι και πού τη γνώρισε! Η Εριέτα, που τη ρώτησα απ’ έξω απ’ έξω, μου είπε ότι δεν έχουν προσλάβει καμία καινούργια το τελευταίο εξάμηνο…», συνέχισε η Βούλα, σα να μην είχε ακούσει την μπηχτή της φίλης της.
— «Η Εριέτα ξέρει ότι ο δικός σου θα της κόψει τον κώλο, έτσι και μάθει ότι σου τον ρουφιανεύει κι απλώς, θέλει να τα έχει καλά μαζί σου. Ποτέ μου δεν πίστεψα ότι μπορεί να σου δώσει αξιόπιστες πληροφορίες.
»Εκτός… Αν τον τρυγάει κι αυτή τον Αντρίκο! Αυτό, το έχεις σκεφτεί ποτέ;»

Η Εριέτα… Δεκαοχτάχρονο κοριτσάκι, τη μια μέρα τέλειωσε το σχολείο και την άλλη, που λέει ο λόγος, την προσέλαβαν στην εταιρεία –τότε, δεν ήταν ακόμη πολυεθνική, όμως «ο κύριος Αντρέας» είχε ήδη μεγάλη θέση. Δεκαοχτώ χρόνια μετά, εκείνος ήταν «παρά τω προέδρω» κι εκείνη, πάντα η ιδιαιτέρα του.
Όμως ποτέ δεν συνέβη κάτι μεταξύ τους, όχι γιατί δεν του άρεσε σα γυναίκα, αλλά γιατί ουδέποτε, όσο κι αν πόθησε κάποια, δε θέλησε να εμπλακεί συναισθηματικά μαζί της, εφόσον βρίσκονταν στον ίδιο εργασιακό χώρο.

Μία φορά έκανε το «λάθος» και το… φόρεσε για όλη του τη ζωή! Γιατί και τη Βούλα, σ’ εκείνον την έστειλαν «πακέτο»!

—ΙΙΙ.—

Είκοσι πέντε χρόνια νωρίτερα, ό,τι είχε αρχίσει να φτιάχνει όνομα και «μούρη» στην εταιρεία, όλο και κάποιος βρισκόταν να του ζητήσει «να τακτοποιήσουμε κι ένα καημένο που έχω… Ε, κυρ–Αντρέα;» κι εκείνος, ό,τι μπορούσε, έκανε. Έτσι το ‘χε κάνει και για τον κολλητό του, «είσαι σοβαρός; Εδώ έχουμε βολέψει κόσμο και κοσμάκη, λες να μην ξηγηθούμε στην ξαδέρφη σου;»
Η οποία ξαδέρφη κολλητού, ήταν πολύ μακρινή, αλλά εμφανίστηκε στη ζωή του Αντρέα την κατάλληλη στιγμή.

Στραβαδάκι στην αρχή, μέχρι τότε «τι ‘ναι η πατρίδα μας, μην είν’ οι κάμποι» στο χωριό· τα ‘παιρνε όμως τα γράμματα, πέρασε στο Πανεπιστήμιο –με την τρίτη– και βρέθηκε στην πρωτεύουσα, με μόνο δικό της άνθρωπο τον… ξάδερφο.

Φιλότιμος ο Αντρέας, με το που την έμπασε στην εταιρεία, τη ζήτησε για γραμματέα του, «μην πέσει σε κάνα αρπακτικό, το κοριτσάκι».
Κρατούσε βέβαια λιγάκι τονισμένα τα «λ» και τα «ν» της, όμως με τον καιρό βελτιώθηκε τόσο, ώστε ελάχιστοι το καταλάβαιναν, πια. Τη βοηθούσε όσο μπορούσε και στα μαθήματα της σχολής, δεν ήθελε και πολύ το πράγμα.

Με το που κοιμήθηκαν μαζί, την επομένη η εταιρεία βούιζε σα μελίσσι! Καλά, στο κούτελο το ‘χανε γραμμένο; Στην πραγματικότητα, το… βουητό είχε αρχίσει νωρίτερα, μόνο που εκείνοι δεν το ‘χανε πάρει χαμπάρι.
«Αντρέα, εσύ θα πας μπροστά εδώ μέσα. Το σούσουρο, καλό δε θα σου κάνει…», είχε ξεκινήσει να του λέει η Βούλα, ένα πρωινό, δυο μήνες μετά. Εκείνη την ημέρα, επρόκειτο να του ανατεθεί ένα πολύ σημαντικό πρότζεκτ του οποίου η επιτυχής έκβαση, σήμαινε αυτόματα και προαγωγή –μια καρέκλα που τη ζήλευαν πολλοί και, βέβαια, μεγαλύτεροί του. «Θα μου τη φάει τη θέση ο τσόγλανος; Που, ούτε τριάντα δεν είναι;»
Τελικά, τη θέση τους την έφαγε ο… τσόγλανος, αλλά και η Βούλα άλλαξε πόστο και όροφο, και τη θέση της, πήρε η Εριέτα.

Περνούσαν τα χρόνια, η Βούλα από κοντά του. O Αντρέας, σ’ ό,τι του γυάλιζε! Mα πάλι στη Βούλα ξαναγυρνούσε, στη «σιγουράντζα». Ώσπου, όταν όλοι του οι φίλοι παντρεύτηκαν κι άρχισαν να διαλύονται οι παρέες, τρομοκρατήθηκε! Μόνο εκείνος ήταν ακόμη μπάκουρος· μπάκουρος και μαγκούφης σ’ όλη του τη ζωή θα ‘μενε; Ναι, αλλά κόντευε και σαράντα, άντε να βρεις γυναίκα, να την ερωτευτείς, να την παντρευτείς… Μπα, δεν έλεγε το άθλημα!

— «Καλά ρε, πόσο μαλάκας είσαι;» του ‘χε πει ο Στάθης, «δίπλα σου την έχεις τόσα χρόνια… και την ψάχνεις αλλού;»
Κι εννοούσε τη Βούλα! Mάλιστα! Πώς δεν το ‘χε σκεφτεί; Ή το ‘χε σκεφτεί και το ‘χε προσπεράσει; Κι αν το ‘χε προσπεράσει επειδή δεν την είχε ποτέ ερωτευτεί;

— «Άμα την αγαπάς, να την πάρεις», του ‘πε η κυρα–Φανή, η μάνα του, που πήγε να τη συμβουλευτεί. Γράμματα πολλά δεν είχε μάθει, δύσκολο για τα κορίτσια το σχολειό στα μικράτα της, όμως διάβαζε μόνη της, κρατούσε ημερολόγιο –και το πιο σημαντικό; Ήξερε να «διαβάζει» τις καρδιές των ανθρώπων. Γύρισε και του ‘ριξε μια ματιά πάνω απ’ τα γυαλιά της, χωρίς ν’ αφήσει το πλεκτό της· εκείνος δεν την είδε.

— «Είναι γερό σκαρί η Βούλα· και πάντα δίπλα μου. Ακόμα και που έκανα τις κουτσουκέλες μου, εκείνη με περίμενε. Άσε, ρε κυρα–Φανή… Είμαστε να ψάχνουμε, τώρα; Τουλάχιστον με τη Βούλα, νοιώθω ασφαλής.»
— «Αυτό φοβάσαι να μη χάσεις; Γιατί αν είναι μόνο γι’ αυτό, θα χάσεις όλα τ’ άλλα…», μουρμούρισε η μάνα του.

Κι έτσι, παντρεύτηκε τη Βούλα –με πολιτικό γάμο, για ν’ αποφύγουν το νταβαντούρι, για να τελειώνει μια ώρα αρχύτερα η σεμνή τελετή.
Και συνεχίσανε τη ζωή τους, χωρίς πάνω–κάτω, χωρίς πρελούδια, χωρίς μουσικές, χωρίς χρώματα και ταξιδέματα των αισθήσεων, κι όταν κάτι γυάλιζε στον Αντρέα φρόντιζε να ‘ναι διακριτικός, να μην προκαλεί· και πάντα γύριζε στη Βούλα –στη «σιγουράντζα».

Με τα χρόνια –που, δεν φέρανε παιδιά– η Βούλα έφυγε απ’ την εταιρεία, άνοιξε δικό της γραφείο κι εκείνος συνέχισε ν’ ανεβαίνει, ν’ ανεβαίνει… Αβγαταίνανε τα λεφτά και δεν είχανε πια τι να τα κάνουνε. Σπίτια, αυτοκίνητα, σκάφος, ταξίδια, να γυρίσουν τον κόσμο… Κι ανέβαινε ο Αντρέας, κι όλο περισσότερο δούλευε, κι όλο λιγότερο έβλεπε τη Βούλα, κι όλο πιο αργά γύριζε στο σπίτι (κι είχε, έτσι, άλλοθι την κούρασή του, όταν προτιμούσε τον καναπέ απ’ το κρεβάτι τους.)

—IV.—

Η Έλλη ήταν μυστήριο τρένο. Απ’ αυτά που δεν τα περιμένεις σε κανένα σταθμό, σου φανερώνονται από το πουθενά και σε ταξιδεύουν στο πουθενά… Τη γνώρισε κατά τύχη· φίλη εξωτερικού συνεργάτη της εταιρείας.
Θα ‘λεγε κανείς πως κουβάλαγε ένα τσουβάλι δώρα (της ψυχής δώρα, εκείνα τα σπάνια, τα δυσεύρετα, τα, για μερικούς, ανύπαρκτα.) και δε δίσταζε ν’ ανοίξει το τσουβάλι σ’ οποιονδήποτε…

Ελάχιστες οι παρέες, οι φιλίες της· όμως σχεδόν ποτέ δεν παραπονιόταν για τη συμπεριφορά κανενός, ακόμη κι όταν κάποιος την είχε βλάψει, υλικά ή ηθικά. «Δεν πειράζει, Αντρέα μου. Δεν καταλαβαίνουν όλοι οι άνθρωποι τα ίδια πράγματα, δεν μπορούμε να έχουμε τις ίδιες απαιτήσεις απ’ όλους, δεν ξέρω καν, αν πρέπει να ‘χουμε απαιτήσεις. Η συνύπαρξη δεν «απαιτεί». Όπως το νοιώθει καθένας…»

Ένοιωσε ότι την αγάπησε, χωρίς να προλάβει να την ερωτευτεί· κι αυτό, τον γλίτωνε. Μπορώ να την αγαπώ, χωρίς να ‘μαι μαζί της ερωτευμένος… ο έρωτας είναι επικίνδυνο πράγμα, η αγάπη είναι άλλο.
Κατάλαβε ότι τελικά δεν είχε ξεφύγει απ’ την παγίδα, όταν κινδύνεψε να τη χάσει. Όταν έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία ένα e–mail, όπου του εξηγούσε τα πάντα… χωρίς να του λέει τίποτα! Μόνο ότι δεν ήθελε να συνεχίσουν. Τις πρώτες ώρες, του ‘ρθε ταμπλάς κι όπως ήρθε του ‘φυγε. Χαζομαρίτσες και παιχνιδάκια μικρού παιδιού, σκεφτόταν.
Κάθε άλλο παρά μικρό παιδί ήταν η Έλλη, όμως την περνούσε δεκατέσσερα χρόνια και θεωρούσε πως είχε πολλά να της μάθει.

Μόνο που η Έλλη είχε φάει τη ζωή με το κουτάλι –και, για καλό της και κακό του, μόνο γλυκιά δεν ήταν η γεύση της κάθε κουταλιάς.
Του τα ‘χε πει όλα. Από τις πρώτες μέρες του άνοιξε την καρδιά της, σα να τον ήξερε χρόνια, σα να τον περίμενε χρόνια για να του μιλήσει.
— «Κάποτε, ήμουν ένα μεγάλο καράβι… αλλά με κουμαντάρανε άλλοι: για να βγει η δουλειά καλύτερα, για να δείξουμε «μούρη» στους συνεργάτες, για να ανέβουν κι άλλο οι μπίζνες. Επειδή συνέχιζα εκεί που οι άλλοι σταματούσαν.
»Όμως ήθελα να ‘μαι ένα μικρό καράβι, μια μικρή βαρκούλα, να αρμενίζω όπως θέλω εγώ, με ό,τι καιρό θέλω εγώ, να ορίζω τα ταξίδια μου όπως θέλω εγώ. Χαζό, ίσως, όταν η καθημερινότητα δεν πληρώνεται με τον αέρα και το κύμα!
»Γεγονός είναι ότι η μικρή βαρκούλα με πήγε πολύ πιο μακριά από το μεγάλο καράβι, κι ακόμα πάει!
»Να πω ότι με καταλαβαίνουν πολλοί; Μπα…
»Όμως ακόμη κι αυτοί που δεν με καταλαβαίνουν, «καταλαβαίνουν»… κι έτσι, αυτή την πόρτα (ή, αυτό το τηλέφωνο) χτυπάνε όταν στραγγίξουν –ή, όταν τους στραγγίξουν.»

♦ ♦ ♦

Τώρα, ένα χρόνο μετά που τη βασάνιζε (ναι, ρε μαλάκα! Τη βασανίζεις!, μονολογούσε ουκ ολίγες φορές) οποτεδήποτε του ερχόταν στο μυαλό η ιστορία της, την απόδιωχνε –από θλίψη; Ή από ντροπή. Επειδή δεν της έδινε ό,τι της άξιζε, ό,τι της χρειαζόταν, ό,τι της έλειπε, ό,τι του έλειπε…

—V.—

Συνειδητοποίησε ότι είχε φτάσει έξω απ’ το σπίτι της, όμως δεν άνοιγε την πόρτα να βγει απ’ τ’ αυτοκίνητο. Να της πει, τι; Να του πει, τι; Εκείνη, δεν ήθελε να συνεχίσουν πια. Δεν ήταν παιχνίδι, δεν ήθελε.

Μόνος του, παιδευόταν τόσα βράδια. Και τι θες, ρε μεγάλε; Είναι μόνη της· εσύ όχι. Όλες τις καλές μέρες τις περνάει μόνη της κι εσύ, αντί να φορτσάρεις, να την πάρεις ένα τηλέφωνο –έστω!– της πετάς σαν το χαρτί απ’ το σουβλάκι στον πεινασμένο, ότι θα πας διήμερη εκδρομή μετά της συζύγου και του σογιού αυτής! Την άλλη κιόλας στιγμή, είχε έτοιμη τη δικαιολογία του. Τα ‘ξερε! Τα ‘ξερε από την αρχή, δεν της έταξα, το αντίθετο μάλιστα! Μόνο που, όταν έφτανε σ’ αυτό το σημείο, αναρωτιόταν τι δεν είχε υπολογίσει σωστά και τώρα, αυτό που δεν είχε τάξει, αυτό που είχε αποποιηθεί, του σκούνταγε την πλάτη και του ‘βγαζε κοροϊδευτικά τη γλώσσα.

Μέρες υπέφερε έτσι.
Η Έλλη, κοφτή και ολιγομίλητη.
«Δεν αντέχω να μου μιλάς ξύλινα», της είχε πει δυο απογεύματα πριν, και το επόμενο λεπτό παράτησε σύξυλα συμβούλια και διαβούλια, «κάτι πολύ έκτακτο και επείγον, Εριέτα. Ακύρωσε τα πάντα ή, μάλλον, στείλε ό,τι γίνεται για μετά τις τέσσερις τ’ απόγευμα…»

Η Εριέτα, έγνεψε απλώς. Ήξερε, πια, πως τέτοιες ώρες δεν ήταν να του μιλάει κανείς. Πάντα ήταν δύσκολος, τώρα όμως κάτι σοβαρό συνέβαινε –θύμωνε με το παραμικρό, φερόταν απότομα, άγαρμπα, ενίοτε και απάνθρωπα στο προσωπικό.

Όταν είχε πρωταρχίσει τα πολλά ψου–ψου μ’ εκείνη τη μυστηριώδη Έλλη, έγινε άλλος άνθρωπος. Έλαμψε! Άλλαξε! Χαμογελούσε διαρκώς! Παρακολουθούσε τη συμπεριφορά του και με τον καιρό κατάλαβε πως, αυτό που του συνέβαινε, ήταν κάτι που ίσως ούτε ο ίδιος είχε τον τρόπο να το εξηγήσει· σε κανέναν, αν τον ρωτούσαν…
Τα διερευνητικά τηλεφωνήματα της Βούλας, της επιβεβαίωσαν τις υποψίες της.
Ποτέ της δεν τη χώνεψε τη Βούλα, στο λαιμό της καθόταν, ήταν μια γυναίκα στεγνή, στερημένη· όχι επειδή της έλειπε κάτι, αλλά γιατί ό,τι της έδιναν οι άνθρωποι, δεν είχε χώρο στην ψυχή της να το βάλει.

—VI.—

Την είδε να ‘ρχεται προς το μέρος του, στα χέρια της κρατούσε φαγητό μάλλον. Καλά, τόσην ώρα, πώς και δεν είχε προσέξει ότι τα φώτα στο σπίτι της, ήταν σβηστά; Τον προσπέρασε, εντελώς ανυποψίαστη. Είχε σκοτεινιάσει, δεν είχε προσέξει καν τ’ αυτοκίνητό του. Ξεκλείδωσε και μπήκε στην πολυκατοικία.

Κάμποση ώρα μετά, της χτύπησε το κουδούνι. Του άνοιξε και του χαμογέλασε.
Το φαγητό, όπως το ‘χε φέρει –ανέγγιχτο, ακόμη, μέσα στη σακούλα…
Τον πήρε απ’ το χέρι.

— «Αυτό σημαίνει πως με δέχεσαι ξανά;»
— «Αυτό σημαίνει… αυτό που μου ‘χες πει στις αρχές. Ότι θέλεις να ξυπνάς και να νοιώθεις ένα χέρι απλωμένο στο στήθος σου. Κράτα το στο μυαλό σου και στην καρδιά σου…»
— «Αυτό σημαίνει πως με δέχεσαι ξανά;»
— «Αντρέα, έκανες τις επιλογές σου. Έκανα κι εγώ τις δικές μου. Δε σου ζήτησα τίποτα, δε μου έταξες τίποτα. Ήσουν, μάλιστα, ξεκάθαρος από την αρχή: μου ‘πες ότι σέβεσαι τη Βούλα κι ότι αγαπάς τους ανθρώπους σου με τον τρόπο που θέλεις –πολύ πιθανόν, να συμπεριλαμβάνομαι κι εγώ μέσα σ’ αυτούς τους «ανθρώπους»… αλλά μπορεί και όχι.
»Προς τιμήν σου, μου είπες ότι δεν σε ενδιαφέρει να καλλιεργείς προσδοκίες δεξιά κι αριστερά, γιατί το «χέσ’ τα όλα και φύγε» δεν τό ‘κανες όταν, ίσως, έπρεπε· στα 30, στα 40 κι άρα, σου είναι αδιανόητο να το κάνεις τώρα.
»Προς τιμήν σου επίσης, μου είπες ότι είσαι της παλιάς σχολής, θεωρείς μαλάκες όσους παρατάνε τα πάντα, για έναν έρωτα· και πως, μια που η κατάσταση είχε αρχίσει να γίνεται ανεξέλεγκτη, καλό θα ήταν να την αφήσουμε όπως ήταν. Πώς; Όπως στην αρχή; Όχι, είπες. Έκτοτε, είχαν συμβεί πολλά και θα ‘μασταν ανόητοι αν τα παραβλέπαμε.
»Εκείνο που δεν κατάλαβα, ήταν πώς θα το πετυχαίναμε αυτό: να ‘μαστε μαζί, χωρίς να είμαστε. Να ‘χεις στο ακέραιο ό,τι είχες πριν με γνωρίσεις, αλλά να με στριμώξεις κι εμένα σε μια γωνιά της ζωής σου, χωρίς όμως να πικραθούμε, ούτε η Βούλα ούτε εγώ.»
— «Δεν καταλαβαίνεις! Δεν μπορώ να καταστρέψω ό,τι έχτιζα τόσα χρόνια! Δεν μπορώ να ‘μαι δακτυλοδεικτούμενος! Κάτι τέτοιο θα ‘χει επιπτώσεις στη δουλειά μου! Θα τα χάσω όλα, Έλλη! Θα χάσω τους φίλους μου, θα πικράνω τη μάνα μου, τ’ αδέρφια μου, θα χρειαστεί ν’ αλλάξω γειτονιά, σπίτι…»
Κατάλαβε πως, μάλλον είπε κάτι που της φάνηκε πολύ ηλίθιο, γιατί την είδε να τον κοιτάζει με οίκτο. Περίεργο… Σ’ εκείνον, όλα όσα είχε πει, και σωστά και στρωτά φαίνονταν!
— «Θα τα χάσεις όλα… Τι να χάσεις, βρε Αντρέα; Κάτι που δεν είχες ποτέ; Καρδούλα μου, ζωή αληθινή δεν είχες ποτέ!»
— «Στο ‘χω ξαναπεί, ζεις σ’ έναν κόσμο που δεν υπάρχει! Ξύπνα, και θα συνειδητοποιήσεις ότι τα πράγματα είναι όπως σου τα λέω, όπως σου τα έλεγα πάντα, κουράζομαι όταν βλέπω ότι οι κουβέντες μου πέφτουν στο κενό, ότι αρνείσαι να δεις την πραγματικότητα!»
Έμοιαζε να μην τον ακούει.
— «Αντρέα, οι άνθρωποι είναι αισιόδοξοι από δυο λόγους: είτε από χαζομάρα, είτε από πόνο· κι εγώ δεν είμαι ηλίθια.
»Το μόνο που με στενοχωρεί είναι που κάποια μέρα θα ‘μαι τόσο γριά που δε θα μπορώ να σύρω τα πόδια μου μέχρι το παράθυρο, ν’ αντικρίσω τον ήλιο.
»Χαίρομαι που μπορώ να κλαίω και να γελάω, χαίρομαι που μπορώ να βουρκώνω στην ομορφιά ενός λουλουδιού, χαίρομαι που μπορώ να ονειρεύομαι ξύπνια, μέσα από τα χρώματα του κόσμου, μέσα από εικόνες που δεν τις περπάτησα, μέσα από φεγγάρια που δεν μοιράστηκα.
»Χαίρομαι που οι δικοί μου οι θησαυροί δεν κινδυνεύουν από κλοπή ή πυρκαγιά –γιατί, τους κουβαλάω μέσα μου– ή γιατί κανείς δε θα σκεφτεί ποτέ να κλέψει ένα κοχυλάκι…»
— «Το ‘χεις ακόμα;»
— «Απ’ όλα τα δώρα σου, αυτό μόνο έχω κρατήσει.»
— «Αυτό σημαίνει πως με δέχεσαι ξανά;»
— «Αυτό σημαίνει Αντίο…»
— «Με εκβιάζεις!»
— «Σε διευκολύνω.»

♦ ♦ ♦

Γύρισε και βρήκε τη Βούλα να τον περιμένει αγριεμένη, έτοιμη για καβγά. Την προσπέρασε κι ένοιωσε τα μάτια της, μέσα απ’ τα αντιαισθητικά γυαλιά της, να του καρφώνουν την πλάτη.
Μπήκε στο μπάνιο κι άφησε το νερό να τρέξει ώρα πολλή πάνω του. Το «Αντίο» της Έλλης, δεν έλεγε να ξεκολλήσει απ’ το δέρμα του, να πετάξει απ’ το μυαλό του, να το ξεχάσει η σκέψη του που, όλο σ’ αυτό, κλωθογύριζε.

—VII.—

Κάνα χρόνο μετά, καθώς άδειαζε τα συρτάρια του –η εταιρεία μεταφερόταν στα βόρεια προάστια– βρήκε, τυλιγμένο ακόμη, ένα βιβλίο που του ‘χε κάνει δώρο εκείνη.
Μετά το «Αντίο», για δυο–τρεις μήνες δεν την είχε αφήσει σε χλωρό κλαρί· τηλεφωνήματα, ξαφνικές επισκέψεις (άδικα· ούτε μια φορά δεν του ‘χε ανοίξει), μηνύματα, e–mail…

Κοινούς φίλους δεν είχαν, παρά μόνο έναν –κι αυτόν, επειδή δεν τον χώνευε η Βούλα κι άρα, δεν υπήρχε περίπτωση να συμμαχήσουν οι δυο τους. Απ’ αυτόν μάθαινε πια, νέα της. Ο Θέμης, λοιπόν, του ‘χε πει πως η Έλλη είχε φτιάξει τη ζωή της, συζούσε μ’ έναν τύπο, «καλό παιδί· φαίνεται να την αγαπάει..»
— «Κανένας! Κανένας, Θέμη, δεν την αγαπάει όσο εγώ!»
— «Αν την αγαπάς όσο λες, θα ‘σουν τώρα μαζί της. Έτσι κι αλλιώς, δεν είναι ζωή αυτή που έχετε με τη Βούλα.»
— «Τι λε, ρε, αποτυχημένε; Ξέρες πόσοι ζηλεύουν τη ζωή που κάνω με τη Βούλα; Έχουμε γυρίσει όλο τον κόσμο, έχουμε ό,τι θέλουμε, ό,τι μπορεί ν’ αποκτηθεί με χρήμα!»
— «Δεν αντιλέγω. Αλλά θυμάσαι τον καημό σου; Ένα τρυφερό χέρι στο στήθος σου, όταν ξυπνάς…»

♦ ♦ ♦

Κοίταζε το αμπαλαρισμένο δώρο. Να το ανοίξει; Να το πετάξει στη σακούλα με το σκουπιδαριό που δε θα ‘παιρνε στο καινούριο γραφείο;

Το ξετύλιξε προσεχτικά, ευβλαβικά, σχεδόν με φόβο –αλλά και σεβασμό.
Τ’ άνοιξε στην τύχη –κι ήταν εκεί που έγραφε…

«(…) Αλλά αν απ’ το φόβο σου, γυρέψεις μόνο τη γαλήνη της αγάπης και την ευχαρίστηση της αγάπης,
Τότε, θα ήταν καλύτερα για σένα να σκεπάσεις τη γύμνια σου και να βγεις έξω από το αλώνι της αγάπης.
Και να σταθείς στον χωρίς εποχές κόσμο,
όπου θα γελάς, αλλά όχι με ολάκερο το γέλιο σου
και θα κλαις, αλλά όχι με όλα τα δάκρυά σου. (…)»*

—Κάθε ομοιότητα με ονόματα, πρόσωπα και γεγονότα, είναι εντελώς συμπτωματική.—


Khalil Gibran, «O Προφήτης»
• Πρώτη δημοσίευση: 16 Φεβρουαρίου 2013 στο παλιό ιστολόγιό μου: «Ιστορίες της Μέρας και της Νύχτας»
• Image by © Kamila Wyroslak Photography


Στο Σημειωματάριο #3, ενημερώσου για
μια ξεχωριστή βιβλιοπαρουσίαση, ένα πολύ ιδιαίτερο e–book και μια γιορτή αγάπης!
Επίσης, λάβε μέρος σ’ ένα συναρπαστικό δρώμενο (λεπτομέρειες στο ιστολόγιο του Γιάννη Π., Cinefil, εδώ κι εδώ)!
ΕΚ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΕΩΣ

Advertisements

21 thoughts on “Ζωή μισή

  1. Που λες, ήταν κάτι στιγμές που σκεφτόμουν γιατί δεν κατάφερα ποτέ, η πτωχή αρτίστα του βωβού, να μπορέσω να αποκτήσω κι εγώ ένα ζευγάρι παπούτσια από την Καλογήρου και με έπιανε το παράπονο.
    Αλλά τελικά, ευτυχώς δεν μου πήρε πολύ καιρό, κατάλαβα πως δεν είχε καμία σημασία.
    Κατάλαβα πως είχα αποκτήσει άλλα, πιο σημαντικά!

    Ωραία ιστορία, προς γνώση και συμμόρφωση αρκετών γνωστών μου!
    Τα σέβη μου!

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Υπερεκτιμημένα, Αρτίστα μου!
      (Για να μην είμαι άδικη, οι γόβες της «γαϊδούρια» μού βγήκαν! Αλλά από κάποια στιγμή και μετά, οι τιμές της παραπέταξαν ψηλά, δηλαδή όχι μόνο το βοϊδοτόμαρο, αλλά ολόκληρο το βόδι αγόραζε κανείς με τα ίδια λεφτά!) 😑

      Την καλημέρα και τους ασπασμούς μου!❤

      Αρέσει σε 1 άτομο

  2. Τη θυμάμαι πολύ καλά αυτή την ιστορία, όπως άλλωστε κι όσες φέρνεις εδώ από παλιά!
    Δεν σχολιάζω πάντα, αλλά τις ξαναδιαβάζω και τις χαίρομαι σα να τις διαβάζω πρώτη φορά!
    Παίζω κι αυτό το αλλόκοτο παιχνίδι μνήμης κάθε φορά, προσπαθώντας να θυμηθώ τι είχα σχολιάσει τότε…εδώ μου έρχονται όλα μπερδεμένα…θυμάμαι πόσο αντιπαθής μου ήταν ο Αντρέας και η Βούλα, αλλά και η Έλλη, {αν και αυτό δε θυμάμαι να το είχα σχολιάσει, όχι πως θυμάμαι και πολλά απ’ το τότε σχόλιό μου] παρόλα τα «ψυχικά» της χαρίσματα γιατί αφέθηκε, όσο αφέθηκε μέχρι να βρει τα κότσια να ξεκόψει, σε μια σχέση με έναν παντρεμένο που αυτό από μόνο του δείχνει για το χαρακτήρα της πολλά και όχι ιδιαιτέρως «χαρισματικά».
    Ο Αντρέας, το τυπικό μοντέλο εκείνου του παντρεμένου που τα θέλει όλα και το σπίτι του και τη γυναίκα του και την ερωμένη και την επιτυχία και την αγάπη, όπως αυτός την εννοεί, γιατί όλα δείχνουν πως το μόνο που αγαπάει είναι η ευκολία του…αν την είχε σιγουρέψει δηλαδή και την Έλλη θα έψαχνε το επόμενο θύμα του και θα το έβρισκε!
    Πάω στοίχημα εξάλλου πως δε θα μπήκε και σε μοναστήρι μετά τη φυγή της Έλλης…
    Ναι, η Έλλη με είχε απογοητεύσει μάλλον περισσότερο από όλους…οι άλλοι έδιναν σημασία μόνο στην εικόνα τους και δε θα ξεκολλούσαν από την υποκρισία τους ποτέ…η Έλλη έμεινε ασυγχώρητη στα μάτια μου γιατί αφέθηκε να γίνει μέρος της υποκρισίας τους!

    Φιλιά πολλά!!

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Το σχόλιο στο βρήκα! Σταθερή στις απόψεις σου, και τότε την είχες «περιλάβει» την Έλλη!

      Ο έρωτας που «στραβώνει» είναι, μάλλον η αφορμή –αιτία; Προσωπικά ελλείμματα; Ανίσχυρος ή χαλαρός ή ευάλωτος χαρακτήρας;

      Καθένας τους έχει το θεματάκι του, πάντως.
      [Τότε, σου είχα απαντήσει πως…
      (…) Ο Αντρέας, ένας ρηχός, «κακομαθημένος» άνθρωπος που ζει με αέρα κοπανιστό!
      Η Έλλη, το… έξυπνο πουλάκι που πιάστηκε από τη μύτη (αλλά πόσο, πια; Κάποια στιγμή, έσκασε! Ήθελε να πάρει ανάσα!)
      Η (κάθε) Βούλα είναι (…)μια γυναίκα στεγνή, στερημένη –όχι επειδή της λείπει κάτι, αλλά γιατί ό,τι της δίνουν οι άνθρωποι, δεν έχει χώρο στην ψυχή της να το βάλει.(…)
      ]

      Σ΄ευχαριστώ πολύ, Μαρία μου!
      Για τώρα και, άλλη μια φορά, για τότε!
      Πολλά φιλιά, την καλημέρα μου!❤

      Μου αρέσει!

  3. Κι εγώ το θυμάμαι αυτό το τρίο της συμφοράς και πόσο με είχε εξοργίσει αυτός ο Αντρέας και ο αβυσσαλέος εγωισμός του. Νομίζω πως σ’ αυτά τα τρίγωνα, ο καθένας έχει το μερτικό της ευθύνης κι εσύ το σκιαγράφησες με μεγάλη μαεστρία στη μικρή ιστορία σου Νατάσα μου.
    Χάρηκα επίσης με την αποφασιστικότητα της Έλλης στο τέλος, γιατί είναι δύσκολο να ξεκόψεις από τέτοιες σχέσεις. Είναι σαν συναισθηματική ομηρία ένα πράμα…
    Τα συγχαρητήρια μου και μια ζεστή καληνύχτα Νατασάκι!…

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Ακριβώς, «συναισθηματική ομηρία», τα είπες όλα μ’ αυτό, Μαρία μου.
      Όπως έγραψα στην συνονόματή σου, πιο πάνω, κι οι τρεις το ‘χουν το θεματάκι τους, άλλος μια στάλα λιγότερο, άλλος δυο… οκάδες περισσότερο!

      Σ’ ευχαριστώ πολύ, Μαρία μου!
      Να είσαι καλά, σε φιλώ!❤

      Μου αρέσει!

  4. Μια ματιά άνετα σε κάποιο σπίτι του σήμερα. Εκεί που η ιστορία σου αποτελεί την πραγματικότητα κάποιων.
    Αυτό ήταν το δίλημμα μου πάντα με τις τόσο αληθινές ιστορίες: από τις μία τις απολαμβάνω όπως κάθε είδος ιστορίας, από την άλλη όμως με τρομάζει το ότι, αν αλλάξω τα ονόματα ίσως μόλις να διάβασα την ιστορία κάποιου.
    Δεν μπορώ να του πω τη γνώμη μου, ακόμα και αν λυπήθηκα, αν θύμωσα, αν κατάλαβα, μπορώ μονάχα να σκεφτώ και να παραδειγματιστώ για τα όσα ποτέ δεν θα ήθελα να κάνω ή να μου κάνουν. Για καταστάσεις στις οποίες ποτέ δεν θα ήθελα να βρεθώ, ούτε εγώ, ούτε αγαπημένα μου πρόσωπα.
    Νατάσα μου, πραγματικά σε θαυμάζω, όχι μόνο που γράφεις ωραία, αυτό το κάνουν πολλοί, αλλά γιατί έχεις ένα ταλέντο, να ρουφάς τον άλλο στην ιστορία σου και αφού έχει μαγευτεί από την πένα σου, έχει λάβει όλα τα μηνύματα που ήθελες να περάσεις μέσα από τις γραμμές σου και έχει εξαντλήσει όλη την τροφή για σκέψη που του έδωσες, τότε μόνο μπορεί να πει πως τέλειωσε την ιστορία και μπορεί να σχολιάσει.
    Καλή σου Τετάρτη! 🙂

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Μαρίνα μου,
      Νομίζω ότι δεν υπάρχει άνθρωπος που γράφει χρησιμοποιώντας 100% τη φαντασία του. Ωραίες οι διευκρινίσεις περί «εντελώς συμπτωματικής ομοιότητας», αλλά όλο κι από κάπου αντλούνται στοιχεία, παραλλάσσονται, συντίθενται και φτιάχνουν μια «νέα» ιστορία. Αυτό, ίσως πράγματι (μας) τρομάζει, κάποιους γιατί γνωρίζουμε (κάποια από τα) πρόσωπα, κάποιους γιατί μας θυμίζουν ή μας φέρνουν στο μυαλό γνώριμα περιστατικά (κι είναι αυτό το «βρε, λες;!»)

      Χαίρομαι αν περνούν κάποια μηνύματα (διότι στις συμβουλές είμαι κάκιστη! Να, πάρε παράδειγμα τι συμβουλή έδωσα στη Μαρία, εδώ! 😑 Ε, μέχρι εκεί!)

      Σ΄ευχαριστώ πολύ για τα τόσο καλά σου λόγια!
      Σου στέλνω τα φιλιά μου, να περάσεις όμορφα την ημέρα σου!❤

      Μου αρέσει!

  5. Αναρωτιέμαι …τι διαφορετικό έχουν τα παπούτσια από του Καλογήρου. Κι έπειτα …γιατί δεν τη θυμόμουν την ιστορία; Την είχα διαβάσει Νατάσα μου… Επιβεβαίωσε της καψερής που χάνει σιγούλια σιγούλια την (καλή κατά το παρελθόν) μνήμη της!
    Πολύ ξεκάθαρα διαγράφεις τους ήρωες Νατάσα μου, ίσως είναι και αναγνωρίσιμοι γύρω μας!
    Είμαστε οι επιλογές μας και πορευόμαστε με αυτές. Δεν τις κρίνω. Συνηθίζω να κοιτάζω τι κάνω εγώ ☺
    Πολλά φιλιά :))

    Αρέσει σε 1 άτομο

  6. Τίποτα, παιδί μου! Υπερεκτιμημένα, σου λέω! (Το ότι βγήκαν γερές οι γόβες, δεν σημαίνει τίποτα, γενικά τα παπούτσια μου βγαίνουν γερά!)
    Έγραψα, πιο πάνω, στην Αρτίστα… ότι κάποια στιγμή το παραξήλωσε στις τιμές. Έχω, «φωτεινό» παράδειγμα» – ντοκουμέντο (από περίοδο εκπτώσεων το 2012, η φωτο!)

    (Όχι, το διευκρινίζω, για να μη νομίζεις ότι 372€ πωλείται… η καθεμία – στο ζευγάρι… σου ‘ρχονται πιο οικονομικά!)

    Αναγνωρίσιμοι, με τις αδυναμίες και τα πάθη τους…

    Βεβαίως κι είχες σχολιάσει, voilà!

    Οι επιλογές μας είναι και μαθήματα. Για ό,τι αξίζει να βελτιώσουμε, να (ξανα)προσπαθήσουμε ή να μην επαναλάβουμε…

    Σ’ ευχαριστώ πολύ, Αριστέα μου!
    Πολλά φιλιά, καλό απόγευμα! ❤

    Μου αρέσει!

    1. Νατάσα μου, φέρε μου ένα ζευγάρι απλά δερμάτινα πέδιλα και θα στα φτιάξω εγώ ίδια με αυτά της φωτογραφίας εν έτει 2017 δίχως να πληρώσεις ευρώ. Χρειάζομαι μόνον τα υλικά: χρυσό σπρέι για δέρμα και στρασάκια! Απλή διακόμηση είναι άλλωστε. Αλλιώς τι σόι κράφτερς είμαστε; Χα, χα. Σε φιλώ.

      Αρέσει σε 1 άτομο

  7. Ρε Νατασα!!! Η γραφή σου πραγματικά με καθηλώνει και με απορροφά!!! Αλλη μια υπεροχη αλλά και τόσο επίκαιρη ιστορία ασχετα αν ηταν απο παλιά.
    Η απληστια των ανθρώπων απο τη μια, αλλά και η ανάγκκη τους για το σίγουρο, το βολεμένο το …. ασφαλές!!!! Τα θελουν ολα γιαυτό δεν υπάρχουν πια σωστές, στέρεες και ουσιαστικές σχεσεις. Γιατι κανεις πια δεν θέλει να ψάξει το κάτι παραπάνω , να θυσιάσει την βολή του που λέμε, να δοκιμάσει να σπάσει λίγο την ανία. Μας έφαγε το εεεελα μωρέ και το ωχ τωρα που να τρεχω. Κι όχι μονο στις ερωτικές σχέσεις θαρρώ. Αλλά γενικά στις ανθρώπινες!!!!
    Σε φιλώ Νατασα μου!!! Για αλλη μια φορα με συγκλόνισες

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Ναι, Μαρία μου.
      «Καλοβολεμένοι» που δεν ρίχνουν μια ματιά παραδίπλα τους, στο συνάνθρωπο.
      Που δεν αφουγκράζονται (άρα και πώς να καταλάβουν) και αυτό ξεκινά από τις ανθρώπινες σχέσεις, όπως πολύ σωστά επισημαίνεις. Δεν είναι τυχαίο που και οι ερωτικές πάνε κατά 👿!

      Σ’ ευχαριστώ πολύ!
      Να είσαι καλά (ξέρεις, εσύ!) και να περάσεις όμορφα το Σαββατοκύριακό σου!
      Φιλιά πολλά! ❤

      Μου αρέσει!

  8. Διάβασα στο τέλος το αποσπασματάκι και έλιωσα, Νατάσσα μου. Εννοείται πως πάλι το διάβασα μονορούφι και το απόλαυσα.

    «απλά μυρίζει τη ρίγανη και πότε βόσκει»: είναι έκφραση αυτό;;; Τέλειο!!!

    «Αυτό σημαίνει αντίο!»: μου άρεσε πάρα πολύ αυτός ο διάλογος και το νόημά του.

    Απλά λατρεύω να σε διαβάζω, τέλος! ♥♥♥

    Αρέσει σε 1 άτομο

Γράψε κι εσύ τα δικά σου...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s